Στις 20 του μηνός πήγα ως το πεδίο της μάχης για να αντικρύσω τη φρίκη μέσα 'πό τη βρόμα παραμορφωμένων πτωμάτων Ελλήνων και Ιταλών, στρατιωτών και αξιωματικών. Έκανα και έρευνα για να διαπιστώσω ταυτότητας... Θυμήθηκα τον Άμλετ του Σαίξπηρ, και μ' ετυραννούσε ένα αγανακτισμένο "γιατί"! Σ' ενός νεκρού βρήκα στο φυλλάδιο του στίχους του Σολωμού για τον Έρωτα. Το απόγευμα βρήκα μια πίπα και κάπνιζα διαρκώς ένα βαρύ και θαυμάσιο αλβανικό καπνό και ήπια κάμποσο κονιάκ μαζί με τον Α. Το βράδυ κοιμήθηκα στριμωγμένος με το συνάδελφο Δ. Που να κοιμηθώ όμως μες τα βράχια; Όλο κάπνιζα και θυμόμουν το σπίτι μου, το χωριό μου, τις γυναίκες, μια αυριανή κοινωνία... (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
Ο πόλεμος για τον Γρηγόρη Αγγελόπουλο είναι μια φρικτή αλλά αναπόφευκτη καθημερινότητα. Δεν τρέφει κανένα πολεμικό μένος κατά των Ιταλών, τους θεωρεί πιόνια του Μουσολίνι. Μπορεί ακόμη και να τους αγαπήσει: "Ενας Ιταλός, αφού γλίτωσε τον χάρο κρυμμένος κάπου, αντελήφθη έναν τραυματία Ελληνα και τον μετέφερε σε μας. Τον αντάμωσα που τον πήγαινε και μου 'ρθε να τον φιλήσω...". Η καθημερινή του έγνοια είναι η φροντίδα των ασθενών του, η εξασφάλιση του καθημερινού φαγητού, η απαλλαγή από τις ψείρες, οι πυρετοί που τον καταβάλλουν, καμιά κουβέρτα, λίγο κρασί ή βερμούτ - κάποτε, κουτσομπολιό και ποκεράκι! Ανάμεσα σε αυτά διαβάζεις για τις επιχειρήσεις, τις απώλειες, τα τραύματα, τις καταλήψεις και ανακαταλήψεις λόφων και χωριών. Όλα καταγραμμένα με μάτι ψυχρό.