Παρακαλείσθε να μας ενημερώνετε πριν μας επισκεφθείτε στο κατάστημά μας αν θέλετε να δείτε κάποιον συγκεκριμένο τίτλο από τα παλαιά βιβλία.

Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις - (5 Τόμοι)

Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις - (5 Τόμοι)

Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις - (5 Τόμοι)

Συγγραφέας: Παπαχατζής, Νικόλαος, 1910-2002Εκδοτικός οίκος: ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝΛέξεις κλειδιά: Αρχαιολογία Κατάσταση: ΣΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ Είδος βιβλίου: Σκληρόδετο Σελίδες: 2896 Θέματα: Αρχαιολογία Γλώσσες: Ελληνική, Νέα
Τελική Τιμή:300.00€

Το πεντάτομο αυτό έργο που καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, αποτελεί την πιο πλήρη και σύγχρονη υπομνηματισμένη έκδοση του έργου του μεγάλου αρχαίου περιηγητή. Ο Παυσανίας, αυτόπτης μάρτυρας του μεγαλείου των τόπων και των μνημείων που περιγράφει, μας άφησε πολύτιμες μαρτυρίες που σε συνδυασμό με τα πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τη μεγαλειώδη εικόνα που παρουσιάζουν τα μνημεία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης

Τα Αττικά, το πρώτο από τα δέκα βιβλία της «Ελλάδος Περιηγήσεως», γραμμένο στα τελευταία χρόνια του αυτοκράτορα Αντώνιου του ευσεβούς είναι πηγή ανεκτίμητη όχι μόνο για την τοπογραφία της αρχαίας Αττικής, αλλά ιδίως για τις λατρείες της και τα μνημεία. Για τα μνημεία της Αθήνας είχαν γράψει και άλλοι στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά επέζησε μόνο η «Ελλάδος περιήγησις» του μικρασιάτη φιλάρχαιου Παυσανία. Το ότι η δραστηριότητα του Παυσανία συμπίπτει με το δεύτερο μισό του 2 μ.Χ. αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ευτύχημα, γιατί ο αιώνας των Αντωνίνων είναι η εποχή της έσχατης ακμής του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, μετά την οποία αρχίζει γοργά η πορεία προς τον μεσαίωνα. Αντίθετα με τους παλαιότερους θαυμαστές της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο Παυσανίας είχε την τύχη να δει και να περιγράψει, εκτός από τα φημισμένα μνημεία των κλασικών χρόνων που ήταν ακόμη τότε σχεδόν ανέπαφα, και τα δημιουργήματα της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής. Παράλληλα ο Παυσανίας έδειξε ένα σπάνιο ενδιαφέρον για τους μύθους που επιζούσαν στις μέρες του και για παντοειδείς τοπικές παραδόσεις και θρύλους. Πλησίασε και τα σεβάσματα της παλαιάς θρησκείας και τα περιέγραψε με ευλάβεια. Σε πολλές από τις πόλεις που επισκέφθηκε υπήρχαν τότε και χριστιανικές κοινότητες, αυτός όμως ενδιαφέρθηκε μόνο για τις παλιές λατρείες και μυήθηκε ο ίδιος σε πολλά τοπικά μυστήρια. Γι’ αυτό η «Ελλάδος Περιήγησις» αποτελεί σήμερα την αυθεντικότερη πηγή για τη θρησκειολογική και τη μυθολογική έρευνα. 

Αμέσως μετά την περιήγηση της Αττικής (τέσσερα ή πέντε χρόνια μετά το 150 μ.Χ.), ο Παυσανίας περιηγήθηκε την Κορινθία και αμέσως κατόπιν τη Λακωνία. Όπως τα Αττικά, έτσι και τα Κορινθιακά και τα Λακωνικά που αποτελούν το τρίτο και τέταρτο βιβλίο της Ελλάδος Περιηγήσεως, είναι ανεκτίμητη πηγή τόσο για την τοπογραφία της αρχαίας Κορινθίας, Σικυωνίας, Αργολίδας και Λακωνίας όσο και για τις λατρείες και για τα μνημεία τους. Για τα μνημεία είχαν γράψει και άλλοι στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά μόνο η «Ελλάδος Περιήγησις» του Παυσανία επέζησε. Το ότι η δραστηριότητα του Παυσανία συμπίπτει με το δεύτερο μισό του 2 μ.Χ. αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ευτύχημα, γιατί ο αιώνας των Αντωνίνων είναι η εποχή της έσχατης ακμής του αρχαίου ελληνικού πνεύματος μετά την οποία αρχίζει γοργά η πορεία προς τον μεσαίωνα, αντίθετα με τους παλαιότερους θαυμαστές της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο Παυσανίας είχε την τύχη να δει και να περιγράψει, εκτός από τα φημισμένα μνημεία των κλασικών χρόνων, που ήταν ακόμη σχεδόν ανέπαφα, και τα δημιουργήματα τής ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής. Παράλληλα ο Παυσανίας έδειξε ένα σπάνιο ενδιαφέρον για τους μύθους που επιζούσαν στις μέρες του και για παντοειδείς τοπικές παραδόσεις και θρύλους. Πλησίασε και τα σεβάσματα της παλαιάς θρησκείας και τα περιέγραψε με ευλάβεια. Σε πολλές από τις πόλεις που επισκέφθηκε υπήρχαν τότε και χριστιανικές κοινότητες, αυτός όμως ενδιαφέρθηκε μόνο για τις παλιές λατρείες και μυήθηκε ο ίδιος σε πολλά τοπικά μυστήρια. Γι’ αυτό η «Ελλάδος Περιήγησις» αποτελεί σήμερα την αυθεντικότερη πηγή για τη θρησκειολογική και τη μυθολογική έρευνα.


Μετά την Αττική ο Παυσανίας περιηγήθηκε την Αργολιδοκορινθία και έπειτα τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Στη Μεσσηνία μπήκε από το νότο (από τη μεσσηνιακή Μάνη) και περνώντας από την Αβία, το Αλμυρό, τις Φαρές και τη Θουρία κατέληξε στην πρωτεύουσα της χώρας Μεσσήνη (στο Μαυρομάτι) που ήταν σε μεγάλη ακμή, οικονομική και καλλιτεχνική. Συνεχίζοντας την προς βορράν περιοδεία του έφτασε ως το ακμαίο τότε θρησκευτικό κέντρο της Ανδανίας και μερικές πολίχνες της πεδιάδας του Μελιγαλά. Έπειτα στράφηκε προς νότον αρχίζοντας από τις εκβολές του Παμίσου. Πέρασε από το Πεταλίδι (αρχαία Κορώνη) από τη σημερινή Κορώνη (αρχαία Ασίνη), από τη Μεθώνη και κατέληξε στο Παλαιοναβαρίνο που το θεωρούσε ως την Πύλο του Νέστορα. Από κει κατευθύνθηκε στην Κυπαρισσία, με την οποία τελείωσε την περιγραφή της Μεσσηνίας. Η περιήγηση της Ηλείας αρχίζει από την Τριφυλία. Ο Παυσανίας επισκέφτηκε την πρωτεύουσα της Λέπρεο και έπειτα το Σαμικό και τη σπηλιά των Ανιγρίδων νυμφών, στη σημερινή λίμνη του Καϊάφα. Από κει πήρε το δρόμο του Σκιλλούντα και κατέληξε στην Ολυμπία που τη βρήκε στην τελευταία αναλαμπή της ιστορίας και της δόξας της. Περιέγραψε διεξοδικά ναούς και εικαστικά έργα τέχνης και συνέχισε έπειτα την περιγραφή της χώρας, μνημονεύοντας πρώτος την ανύπαρκτη επί των ημερών του Πίσα (στην οποία ανήκε αρχικά η Ολυμπία) και τις πολίχνες Λετρίνους, Ηράκλεια και ηλειακή Πύλο. Τελειώνει περιγράφοντας την πρωτεύουσα Ήλιδα και το επίνειό της Κυλλήνη. Το αυστηρά περιγραφικό μέρος τόσο της Μεσσηνίας όσο και της Ηλείας είναι πολύ σύντομο. Για να δώσει ο Παυσανίας την επιθυμητή έκταση στα δυο αυτά τμήματα του έργου του, στα Μεσσηνιακά ασχολήθηκε διεξοδικά με τους μεσσηνιακούς πολέμους και ιδίως με τη δράση του Αριστόδημου και του Αριστογένη και στα Ηλιακά με τη διεξοδική περιγραφή της Ολυμπίας. Το περιγραφικό μέρος του Παυσανία αναφέρεται στην κατάσταση που επικρατούσε στη Μεσσηνία και την Ηλεία κατά τη δεκαετία 160 - 170 μ.Χ.


Η Αχαΐα αποτελούνταν στην αρχαιότητα από την στενή παραλιακή ζώνη που άρχιζε από τον Άραξο και τελείωνε στο Ξυλόκαστρο. Στα ενδότερα έφτανε περίπου ως την περιοχή του Μεγάλου Σπηλαίου αφήνοντας έξω όχι μόνο τα Καλάβρυτα, αλλά και ολόκληρη την περιοχή των Αροανίων (και ανατολικότερα της Κυλλήνης). Μόνο στα δυτικά είχε κάποιο βάθος, φτάνοντας ως τις υπώρειες του Ερύμανθου. Ο Παυσανίας διασχίζει την παραλιακή αυτή ζώνη προχωρώντας από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Βρήκε την πρώτη πόλη Δύμη σε κάποια ακμή, πολύ όμως ακμαιότερη την Πάτρα, της οποίας την κατάσταση γύρω τα 175 μ.Χ. περιγράφει διεξοδικά. Ακμαιότερο από τη Δύμη βρήκε το Αίγιο, στο οποίο κατευθύνθηκε ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο που τον συνέχισε ως τους Αριστονάυτες, το επίνειο της Πελλήνης. Λοξοδρομώντας δεξιά του δρόμου αυτού είχε επισκεφθεί πριν φτάσει στην Πάτρα τις Φαρές και την Τρίτεια και μετά την Πάτρα τις Ρυπές, την Κερύνεια, τη Βούρα, την Αιγείρα, τη Φελλόη και την Πελλήνη. Η φημισμένη παλιά πρωτεύουσα Ελίκη δεν υπήρχε τότε ούτε η θέση της ήταν με βεβαιότητα γνωστή. Η Αρκαδία έμεινε τελευταία από όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου. Ο Παυσανίας σχεδίασε ν’ ασχοληθεί μ’ αυτή αφού πρώτα συμπληρώσει κυκλικά την περιγραφή όλων των παραλιακών περιοχών (με τη σειρά: Αργολιδοκορινθίας, της Λακωνίας, της Μεσσηνίας, της Ήλιδας και της Αχαΐας). Η Αρκαδία ήταν τότε μεσογειακή χώρα μη φτάνοντας πουθενά ως τη θάλασσα. Την ορεινή αυτή χώρα την περιέγραψε με πολλές διαδρομές αρχίζοντας από τη Μαντινική και τελειώνοντας στην Τεγεατίδα. Στην Μαντινεία έφτασε από το Άργος ακολουθώντας τον ημιονικό δρόμο της Πρίνου. Από κει προχώρησε στη Φενεατική και στη Στυμφαλία. Έπειτα προς βορράν, στη Νώνακρι και στη Στύγα, στους Λουσούς και στην Κύναιθα. Από τη Φενεό έπειτα πέρασε στην Κλειτορία και από τον Ορχομενό στις Καφυές, έπειτα από τις οποίες περιέγραψε τις παραλαδωνιές θέσεις ως την Ψωφίδα. Από κει κατευθύνθηκε προς νότον (Θέλπουσα, Ηραία, Αλίφειρα) και έπειτα προς ανατολάς. Για να καταλήξει, μετά τη Γόρτυνα, στη Μεγαλόπολη. Από τη Μεγαλόπολη μια διαδρομή του, προς βορράν, κατέληξε στο Μεθύδριο, μία προς δυσμάς στη Λυκόσουρα, τη Φιγάλεια και τις Βάσσες και μία προς ανατολάς στην Τεγέα. Με την περιγραφή της Τεγεατιδας ο Παυσανίας συμπλήρωσε την περιγραφή της Πελοποννήσου.